Ήταν Απρίλιος του 1990 όταν η απαγωγή ενός ποδοσφαιρικού αστεριού από την Αγία Βαρβάρα έμελλε να συγκλονίσει το πανελλήνιο να καταγραφεί ως μία από τις πιο σκληρές και πολυσυζητημένες εγκληματικές υποθέσεις στη σύγχρονη ελληνική ιστορία.
Η απαγωγή και δολοφονία του 17χρονου Γιάννη Τσατσάνη, γνωστού ως «Μαρσελίνο», από ανθρώπους του στενού φιλικού του κύκλου, προκάλεσε σοκ στην κοινή γνώμη, ενώ οι αποκαλύψεις που ακολούθησαν ανέδειξαν το μέγεθος της τραγωδίας που σημάδεψε για πάντα την οικογένειά του και την κοινότητα των Ρομά.
Ποιος ήταν ο «Μαρσελίνο»
Ο Γιάννης Τσατσάνης, ο οποίος έμελλε να γίνει γνωστός στο πανελλήνιο με το χαϊδευτικό όνομα «Μαρσελίνο», είχε γεννηθεί το 1973 και μεγάλωνε στην περιοχή της Αγίας Βαρβάρας. Η οικογένειά του κατείχε ξεχωριστή θέση, όντας μια από τις πιο προβεβλημένες ανάμεσα στους τσιγγάνους της περιοχής. Ο πατέρας του διέθετε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, την οποία είχε καταφέρει να αποκτήσει μέσα από το προσοδοφόρο εμπόριο ηλεκτρονικών ειδών, τα οποία εισήγαγε από την Ταϊβάν.
Από πολύ νωρίς, ο μικρός Γιάννης εκδήλωσε το έντονο ενδιαφέρον και την αγάπη του για το ποδόσφαιρο. Καθώς τα χρόνια περνούσαν και ο ίδιος μεγάλωνε, η φήμη του ως ένα σπουδαίο ποδοσφαιρικό ταλέντο άρχισε να απλώνεται γρήγορα, έχοντας μάλιστα κερδίσει επάξια τη θέση του ως βασικός παίκτης στην ομάδα του Κεραυνού Αγίας Βαρβάρας. Στα γήπεδα αυτά του είχε δοθεί αρχικά το προσωνύμιο «Μαραντόνα». Ωστόσο, στην πορεία επικράτησε το όνομα «Μαρσελίνο», το οποίο παρέπεμπε στον Βραζιλιάνο ποδοσφαιριστή που ο ίδιος ο 17χρονος έφηβος θαύμαζε.
Το σχέδιο της απαγωγής από «αδελφικούς φίλους»
Όμως, μέσα από αυτόν ακριβώς τον στενό και αγαπημένο κύκλο των φίλων του, ξεπήδησε η πιο φριχτή ιστορία που θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ο ίδιος, αλλά και η οικογένειά του. Δύο από αυτούς τους ανθρώπους, τους οποίους ο ίδιος θεωρούσε αδελφικούς του φίλους, ήταν εκείνοι που κατέστρωσαν ένα δολοφονικό, όπως αποδείχθηκε, σχέδιο: να απαγάγουν τον Μαρσελίνο με σκοπό να ζητήσουν στη συνέχεια λύτρα από τον ευκατάστατο πατέρα του.
Σταδιακά, στο κόλπο άρχισαν να συμμετέχουν και άλλα άτομα, φίλοι της παρέας, οι οποίοι ανέλαβαν να οργανώσουν με κάθε λεπτομέρεια την απαγωγή. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε την Κυριακή 18 Απριλίου του 1990.
Δύο από τα μέλη της ομάδας, ο Κώστας Σπινάρης και ο Δημήτρης Αγαπητός, πλησίασαν τον ανυποψίαστο Μαρσελίνο την ώρα που καθόταν σε μια καφετέρια. Με απόλυτο δόλο, του έδωσαν μια υπόσχεση: του είπαν ότι θα τον οδηγούσαν στον άνθρωπο που πριν από λίγες ημέρες του είχε κλέψει το ραδιοκασετόφωνο μέσα από το αυτοκίνητό του, προκειμένου να καταφέρει να το πάρει πίσω.
Ο Μαρσελίνο πείθεται και τους ακολουθεί σε ερημική περιοχή στο Σχιστό, στη θέση Πυροβολεία. Εκεί, ωστόσο, τους περιμένουν τρεις άνδρες με κουκούλες, οι οποίοι επιτίθενται στον Μαρσελίνο και, μέσα σε πυροβολισμούς και κινήσεις εκφοβισμού, τον αναγκάζουν να φορέσει και ο ίδιος κουκούλα.
Στη συνέχεια, οι τρεις άνδρες, ο Σταμάτης Γρυπαίος, ο Δημήτρης Σκαφτούρος και ο Γιάννης Λαζάρου, τον μεταφέρουν με αυτοκίνητο, δεμένο, προς διαμέρισμα στο Χαϊδάρι. Έτσι ξεκινά η ολιγοήμερη, όπως αποδείχτηκε, περιπέτεια της απαγωγής του.
Τα λύτρα και το τραγικό τέλος
Οι γονείς του νεαρού Ρομά, διαπιστώνοντας ότι δεν είχε επιστρέψει στο σπίτι, άρχισαν να ανησυχούν και την επόμενη ημέρα απευθύνθηκαν στην Αστυνομία δηλώνοντας την εξαφάνισή του.
Λίγο αργότερα έγινε το πρώτο τηλεφώνημα από τους απαγωγείς, οι οποίοι ζήτησαν από τον πατέρα του Μαρσελίνο λύτρα ύψους 150 εκατομμυρίων δραχμών. Για να αποδείξουν ότι ο 17χρονος βρισκόταν εν ζωή, του έβαλαν να ηχογραφήσει μήνυμα σε κασέτα, στο οποίο παρακαλούσε την οικογένειά του να συγκεντρώσει τα χρήματα, φοβούμενος για τη ζωή του.
Η υπόθεση προκάλεσε έντονη κινητοποίηση, καθώς τέτοιου είδους απαγωγές ήταν εξαιρετικά σπάνιες για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής. Οι δράστες συνέχισαν τις επόμενες ημέρες να επικοινωνούν με την οικογένεια, απαιτώντας την καταβολή των χρημάτων και απειλώντας ότι σε διαφορετική περίπτωση θα σκότωναν τον νεαρό.
Ο πατέρας του είχε καταφέρει να συγκεντρώσει περίπου 30 εκατομμύρια δραχμές, ενώ συγγενικά πρόσωπα είχαν συνεισφέρει άλλο ένα αντίστοιχο ποσό. Ωστόσο, πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία παράδοσης των λύτρων, οι απαγωγείς φέρεται να πίστεψαν ότι ο Μαρσελίνο είχε αναγνωρίσει κάποιους από αυτούς από τη φωνή τους, καθώς ορισμένοι ανήκαν στον στενό φιλικό και ποδοσφαιρικό του κύκλο. Τότε αποφάσισαν να προχωρήσουν στη δολοφονία του.
Η πιο τραγική πράξη της υπόθεσης εκτυλίχθηκε σε μαντρί έξω από τα Σκούρτα Βοιωτίας. Εκεί οι δράστες άνοιξαν έναν λάκκο και, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, ο Σταμάτης Γρυπαίος πυροβόλησε τον Μαρσελίνο εν ψυχρώ, μία φορά στην καρδιά και μία κοντά στην καρωτίδα. Στη συνέχεια έθαψαν τη σορό του και εγκατέλειψαν το σημείο.
Παρά τη δολοφονία, οι δράστες δεν εγκατέλειψαν το αρχικό τους σχέδιο. Συνέχισαν να επικοινωνούν τηλεφωνικά με την οικογένεια, ζητώντας χρήματα και προσποιούμενοι ότι ο νεαρός βρισκόταν ακόμη ζωντανός. Μάλιστα, μείωσαν τις απαιτήσεις τους στα 50 εκατομμύρια δραχμές και έκλεισαν ραντεβού για την παράδοση των χρημάτων. Ωστόσο, δεν εμφανίστηκαν ποτέ, καθώς εκτιμάται ότι αντιλήφθηκαν την παρουσία αστυνομικών δυνάμεων στην περιοχή της καφετέριας «Φλόκα» στη λεωφόρο Κηφισίας.
Η τραγωδία έλαβε τέλος στις 19 Ιουνίου, όταν ο κτηνοτρόφος στον οποίο ανήκε το μαντρί αντιλήφθηκε έντονη δυσοσμία και εντόπισε τη σορό του νεαρού. Αδέσποτα σκυλιά της περιοχής είχαν ξεθάψει και κατασπαράξει το πτώμα, το οποίο βρισκόταν σε προχωρημένη αποσύνθεση. Το κεφάλι είχε μεταφερθεί σε απόσταση από το υπόλοιπο σώμα, ενώ από τον κορμό έλειπε το ένα χέρι.
Η ταυτοποίηση έγινε μέσω της ιατροδικαστικής εξέτασης και προσωπικών αντικειμένων που βρέθηκαν στο σημείο. Η αποκάλυψη ότι η σορός ανήκε στον Μαρσελίνο προκάλεσε σοκ στην ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα στην κοινότητα των Ρομά, με την οργή και τη θλίψη να κυριαρχούν μετά την αποκάλυψη του εγκλήματος.
Οι δολοφόνοι στη φυλακή
Μετά τον εντοπισμό της σορού του Μαρσελίνο, οι άνδρες της Ασφάλειας Αττικής επικεντρώθηκαν στην εξιχνίαση της υπόθεσης και δεν χρειάστηκε να περάσει πολύς χρόνος μέχρι να φτάσουν στα ίχνη των εμπλεκομένων. Κατά τη διάρκεια των ερευνών, οι κατηγορούμενοι άρχισαν να μεταθέτουν τις ευθύνες ο ένας στον άλλον, κυρίως ως προς το ποιος είχε τον ηγετικό ρόλο και ποιος συνέλαβε το σχέδιο της απαγωγής και της δολοφονίας.
Ανάμεσα στους εμπλεκόμενους βρίσκονταν πρόσωπα που διατηρούσαν στενή σχέση με την οικογένεια του θύματος. Ένας συμμετείχε στις έρευνες χρησιμοποιώντας χρήματα που του είχε δώσει ο πατέρας του Μαρσελίνο, ένας άλλος είχε σηκώσει το φέρετρο στην κηδεία του, ενώ ακόμη ένας θεωρούνταν άνθρωπος εμπιστοσύνης της οικογένειας και βρισκόταν στο σπίτι τους την ημέρα της κηδείας.
Συνολικά συνελήφθησαν οκτώ άτομα, καθώς ο Δημήτρης Σκαφτούρος είχε διαφύγει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η δίκη ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 1991 υπό αυστηρότατα μέτρα ασφαλείας, καθώς υπήρχε έντονος φόβος για πράξεις αντεκδίκησης από την πλευρά των Ρομά.
Παρά τις δημόσιες εκκλήσεις του πατέρα του Μαρσελίνο να αποφευχθούν ενέργειες εκδίκησης, σημειώθηκαν αρκετά επεισόδια ανάμεσα σε συγγενείς και φίλους του θύματος και τους κατηγορούμενους. Μάλιστα, ο Κώστας Σπινάρης τραυματίστηκε από πυροβολισμούς ενώ βρισκόταν μέσα σε όχημα της Ασφάλειας.
Οι ποινές που επιβλήθηκαν ήταν οι βαρύτερες που μπορούσαν να επιβληθούν. Οι βασικοί κατηγορούμενοι, Σταμάτης Γρυπαίος και Κώστας Σπινάρης, καταδικάστηκαν σε θάνατο, παρότι η θανατική ποινή δεν εφαρμοζόταν πλέον στην πράξη, ενώ οι υπόλοιποι έλαβαν πολυετείς ποινές κάθειρξης.
Τα επόμενα χρόνια υπήρξαν νέες εξελίξεις στην υπόθεση. Ο Κώστας Σπινάρης απέδρασε από τις φυλακές το 2005, όμως συνελήφθη στην Τουρκία για υπόθεση εμπορίας ναρκωτικών και εκδόθηκε στην Ελλάδα το 2015. Από την άλλη πλευρά, ο Δημήτρης Σκαφτούρος παρέμεινε φυγόδικος για 18 χρόνια, μέχρι τη σύλληψή του στο Νιου Τζέρσεϊ των ΗΠΑ τον Μάιο του 2008.